μαεστρία

μαεστρία
η мастерство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "μαεστρία" в других словарях:

  • μαεστρία — η (λ. ιταλ.) 1. μεγάλη δεξιοτεχνία στην τέχνη: Ο ηθοποιός είχε μαεστρία στην ερμηνεία του. 2. επιδεξιότητα, ικανότητα: Χειρίστηκε το θέμα με μαεστρία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαεστρία — η 1. το γνώρισμα τού μαέστρου, τού διευθυντή ορχήστρας 2. συνεκδ. μεγάλη δεξιοτεχνία, αριστοτεχνία, μεγάλη ικανότητα, ιδίως στις καλές τέχνες. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. maestria] …   Dictionary of Greek

  • μαστοριά — η (Μ μαστοριά και μαστορία και μαστοργά) [μάστορας] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μαστορεύω, μαστόρεμα, επιδιόρθωση, επισκευή («τί μαστοριές έκανες πάλι στην κουζίνα») 2. μτφ. δεξιοτεχνία, επιμέλεια, επιδεξιότητα, επιτηδειότητα, ικανότητα,… …   Dictionary of Greek

  • μετρική — Τα αρχαία ποιητικά κείμενα των διάφορων ινδοευρωπαϊκών φυλών παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά, γεγονός που αποδεικνύει την κοινή καταγωγή τους. Αυτό το δεδομένο οδήγησε, ήδη από τη δεύτερη πεντηκονταετία του 19ου αι., στη… …   Dictionary of Greek

  • ρητορικός — ή, ό / ῥητορικός, ή, όν, ΝΜΑ [ῥήτωρ, ορος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ρήτορα ή στη ρητορεία (α. «ρητορική τέχνη» β. «ῥητορικὴ δεινότης» πάπ.) 2. το θηλ. ως ουσ. η ρητορική σύνολο κανόνων τού προφορικού λόγου και ιδίως τής δημηγορίας, που …   Dictionary of Greek

  • Αλεούτιοι — Κάτοικοι των Αλεούτων και του νότιου και δυτικού άκρου της Αλάσκας. Είναι μογγολικής καταγωγής, έχουν πλατύ και κοντό πρόσωπο, μικρό ανάστημα και μερικά κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα με τους Γκιλιάκ. Πολιτιστικά, έχουν αρκετά κοινά με τους… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Γκέτε, Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον- — (Johann Wolfgang von Goethe, Φρανκφούρτη 1749 – Βαϊμάρη 1832). Γερμανός ποιητής. Γιος του αυτοκρατορικού συμβούλου Γιόχαν Κάσπαρ, ανθρώπου αυστηρού με ουμανιστικά ενδιαφέροντα, και της Καταρίνα Ελίζαμπετ Τέξτορ, σπούδασε νομικά στη Λειψία, όπου… …   Dictionary of Greek

  • Θερνούντα, Λούις — (Luis Cernuda, Σεβίλη 1902 – Πόλη του Μεξικού 1963). Ισπανός ποιητής. Όταν τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος, αναγκάστηκε να καταφύγει στο Λονδίνο, γιατί είχε ταχθεί ενεργά με το μέρος των δημοκρατικών· η εξορία του τελείωσε με τον θάνατό του στο… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Μαλιμπράν, Μαρία ντε λα Φελιθιντάντ — (Maria de la Felizidad Malibran, Παρίσι 1808 – Μάντσεστερ 1836). Ισπανίδα λυρική τραγουδίστρια. Σπούδασε με τον πατέρα της, τον τραγουδιστή και συνθέτη Μανουέλ Γκαρθία, έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1825 στο Λονδίνο με τον Κουρέα της Σεβίλλης… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»